τουαλέτα /tualéˈta/ NounEnglishtoiletPolskitoaletaExampleΗ τουαλέτα [τουαλέτα / λεκάνη / κάθαρση] είναι βουλωμένη και χρειάζεται την βεντούζα.The toilet is clogged and needs a plunger.Η 'βεντούζα' είναι η κοινή λέξη για το έμβολο.