Τουρνουά /turnuˈa/ Noun
- English
- tournament
- Polski
- turniej
Example
- Κέρδισε το περιφερειακό σκάκι [τουρνουά] (αγώνας / διοργάνωση / μονομαχία).
- She won the regional chess tournament.
- Το 'τουρνουά' είναι η πιο άμεση και σύγχρονη επιλογή για σκάκι/eSports.