τρισεκατομμύριο /trisekatommiˈrio/ Noun
- English
- trillion
- Polski
- bilion
Example
- Ο προϋπολογισμός της κυβέρνησης ξεπέρασε το [τρισεκατομμύριο] (το αστρονομικό ποσό / το αδιανόητο).
- The government budget is over a trillion.
- Χρησιμοποιείται για να δείξει οικονομική κλίμακα.