τούνελ /tuˈnel/ Noun

English
tunnel
Polski
tunel

Example

  • Το τρένο χάθηκε μέσα στο σκοτεινό τούνελ (σήραγγα / υπόγεια διάβαση).
  • The train disappeared into the dark tunnel.
  • Το 'τούνελ' είναι δάνειο, αλλά απόλυτα ενσωματωμένο.