τυχερός /tiˈtʃeros/ Adjective
- English
- lucky
- Polski
- szczęśliwy / mieć szczęście
Example
- Ξέρει πως είναι τυχερός (ο τυχερός / ο ευνοημένος / ο φουλ τυχερός) που ζει μετά το ατύχημα.
- He knows he is lucky to be alive after the accident.
- Η χρήση του 'ο τυχερούλης' είναι πιο ανεπίσημη και ζεστή.