βέλος /ˈve.los/ Ουσιαστικό

English
arrow
Polski
strzała

Example

  • Ο κυνηγός τέντωσε το τόξο και έβαλε [το βέλος] (βέλος / βελάκι / βελοβολή) στη χορδή.
  • The hunter notched an arrow to his bow.
  • Εδώ αναφέρεται στο φυσικό βλήμα, κλασική εικόνα.