βιασμός /vjaˈzmos/ ΟυσιαστικόEnglishrapePolskizgwałcić / gwałtExampleΚατηγορήθηκε για **τον βιασμό** της φοιτήτριας.He was charged with rape.Εδώ χρησιμοποιείται η Αιτιατική.