Βιομηχανικός /viomichanikos/ AdjectiveEnglishindustrialPolskiprzemysłowyExampleΗ πόλη διαθέτει μια μεγάλη [βιομηχανική] ζώνη.The town has a large industrial zone.Το 'βιομηχανική' εδώ είναι ο πιο φυσικός προσδιορισμός.