Βοηθός / Σύμβουλος /eɪd/ Noun
- English
- aide
- Polski
- asystent/powiernik
Example
- Οι βοηθοί του Λευκού Οίκου ετοίμασαν τα ενημερωτικά έγγραφα.
- The White House aides prepared the briefing papers.
- Εδώ το 'βοηθός' είναι η πιο άμεση μετάφραση για πολιτικό πλαίσιο.