ξαφνικός / ξαφνικά /ksfaˈfnikos/ Adjective
- English
- sudden
- Polski
- nagły / nagle
Example
- Μια ξαφνική ριπή ανέμου μού πήρε το καπέλο. (Αιφνίδια ριπή / Απρόσμενη ριπή)
- A sudden gust of wind blew my hat away.
- Το 'ξαφνικός' είναι το πιο κοινό και ουδέτερο.