Υπακούω /ipa/i.paˈku.o/ Verb
- English
- obey
- Polski
- słuchać / być posłusznym
Example
- Οι στρατιώτες εκπαιδεύτηκαν να [Υπακούω] σε κάθε εντολή αμέσως.
- The soldiers were trained to obey every command instantly.
- Το 'Υπακούω' είναι η πιο άμεση και συχνή μετάφραση για εντολές.