υπηρέτης /ipiˈretis/ Noun
- English
- servant
- Polski
- sługa / służyć
Example
- Ο [Υπηρέτης] (υπηρέτρια / υπάλληλος) ετοίμασε το πρωινό για την οικογένεια.
- The domestic servant prepared breakfast for the family.
- Η λέξη 'υπηρέτης' είναι η πιο άμεση και ουδέτερη μετάφραση για το σύγχρονο πλαίσιο.