Υπουργείο / Διακονία /imiˈnjistriu/ Noun
- English
- ministry
- Polski
- ministerstwo
Example
- Το Υπουργείο Άμυνας (Άμυνας / Εξωτερικών / Οικονομικών) εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση.
- The Ministry of Defence has issued the following statement.
- Το 'Υπουργείο' είναι ο βασικός όρος για κυβερνητικά τμήματα.