Κορυφαίος /koˈrifɛ.os/ Επίσκοπος
- English
- supreme
- Polski
- przedni
Example
- Ο Υπέρτατος Διοικητής έδωσε την εντολή. [Απόλυτος / Κορυφαίος / Ασυναγώνιστος] — του: Ο Υπέρτατος Διοικητής έδωσε την εντολή.
- The Supreme Commander issued the order.
- Σε στρατιωτικό ή ιεραρχικό πλαίσιο, το 'Υπέρτατος' είναι η πιο ταιριαστή επιλογή.