ακραίος /aˈkɾɛos/ Noun
- English
- extremist
- Português
- extremista
Example
- Η ομάδα χαρακτηρίστηκε ως συλλογή θρησκευτικών ακραίων (θρησκευτικοί ακραίοι / φανατικοί / ριζοσπάστες).
- The group was labeled as a collection of religious extremists.
- Το 'θρησκευτικός ακραίος' είναι ο πιο ουδέτερος όρος.