Ανακοίνωση /ana.koiˈno.si/ Noun

English
announcement
Português
comunicado

Example

  • Η αεροπορική εταιρεία έκανε [ανακοίνωση] για την καθυστέρηση της πτήσης.
  • The airline made an announcement about the flight delay.
  • Το «έκανε» είναι η μαγική λέξη εδώ.