Αναπληρωτής /ana.pli.roˈtis/ Noun
- English
- deputy
- Português
- vice- / substituto / adjunto
Example
- Ο **Αναπληρωτής** Διευθυντής (Υποδιευθυντής) έκανε την τελετή έναρξης.
- The deputy headteacher took the assembly.
- Στην εκπαίδευση, το 'Υποδιευθυντής' είναι πιο συχνό.