αντίπαλος /anˈdipa.los/ Noun

English
opponent
Português
adversário

Example

  • Ο σκακιστής μελέτησε κάθε κίνηση του [αντιπάλου] του.
  • The chess player studied his opponent's every move.
  • Εδώ τονίζεται η στρατηγική αντιπαράθεση.