Κανείς /kaˈnis/ Pronoun

English
anyone
Português
alguém

Example

  • Είναι κανένας στο σπίτι;
  • Is anyone home?
  • Η ερώτηση αυτή είναι πολύ συνηθισμένη όταν χτυπάμε την πόρτα κάποιου.