Απόφαση / Επίλυση /a.ˈpo.fa.si/ Noun
- English
- resolution
- Português
- resolução
Example
- Πήρε τη [απόφαση] (δέσμευση / σκοπός / βούληση) να μάθει μια νέα γλώσσα.
- She made a resolution to learn a new language.
- Εδώ η «απόφαση» λειτουργεί ως εσωτερική δέσμευση (determination).