ΣΥΝΙΣΤΩ /siˈnisto/ Verb

English
constitute
Português
perfazer

Example

  • Μήπως τέτοια δραστηριότητα **αποτελεί** (συνιστά / ισοδυναμεί) ποινικό αδίκημα;
  • Does such an activity constitute a criminal offence?
  • Το 'αποτελώ' είναι πιο συνηθισμένο από το 'συνιστώ' σε νομικά πλαίσια.