Αρκετά /arˈketa/ Adverb

English
enough
Português
bastante/chega

Example

  • Δεν είχα προπονηθεί αρκετά (αρκετά / αρκετή ώρα / ικανοποιητικά) για τον αγώνα.
  • I hadn't trained enough for the game.
  • Η έμφαση δίνεται στην ολοκλήρωση της προετοιμασίας.