άσχετο /ɪˈrɛlɪvənt/ AdjectiveEnglishirrelevantPortuguêsirrelevanteExampleΑυτές οι λεπτομέρειες είναι **άσχετες** με την υπόθεση.These details are irrelevant to the case.Το 'άσχετο' είναι η πιο άμεση και συχνή αντιστοιχία.