Αυστηρός /afstiroˈs/ Adjective
- English
- strict
- Português
- rigoroso
Example
- Το σχολείο έχει **αυστηρούς** κανόνες (αυστηρός / αυστηρότατος / απαιτητικός) — απαγορεύεται η χρήση κινητών.
- The school has a strict no-phone policy.
- Στην Ελλάδα, η αναφορά σε «αυστηρούς κανόνες» είναι το πιο συνηθισμένο.