Μπαλέτο /baleˈto/ Noun
- English
- ballet
- Português
- balé
Example
- Θέλει να γίνει χορεύτρια του [μπαλέτου] (κλασικός χορός / χορογραφία / τέχνη του μπαλέτου) — είναι το όνειρό της.
- She wants to be a ballet dancer.
- Το 'του μπαλέτου' (γενική) είναι η πιο φυσική σύνδεση.