αδελφός /aˈðelfos/ Noun

English
brother
Português
irmão

Example

  • Ο αδελφός μου σπουδάζει μηχανικός στο πανεπιστήμιο.
  • My brother is studying engineering at university.
  • Η χρήση του 'αδελφός' είναι η πιο ουδέτερη και τυπική.