Συνεργάτης / Παρέα /bʌdi/ Noun

English
buddy
Português
parceiro

Example

  • Είναι παλιός συμμαθητής μου, ένας γνήσιος [Φίλος/Κολλητός/Συμπαραστάτης] από το Πανεπιστήμιο.
  • He's an old college buddy of mine.
  • Το 'Κολλητός' είναι η πιο ζεστή, ανεπίσημη επιλογή.