χειρότερος /çiˈrosːeɾos/ Adjective
- English
- worst
- Português
- pior
Example
- Ήταν μακράν η χειρότερη ομιλία που είχε κάνει ποτέ. [Η χειρότερη / η πιο άσχημη / η πιο κακή]
- It was by far the worst speech he had ever made.
- Το 'μακράν' τονίζει την απόλυτη υπεροχή της κακίας.