Ανησυχία /ani.si.ˈxi.a/ Noun
- English
- concern
- Português
- preocupação
Example
- Υπάρχει αυξανόμενη **ανησυχία** (αγωνία / μέριμνα / φροντίδα) για τον αντίκτυπο της Τεχνητής Νοημοσύνης στις θέσεις εργασίας.
- There is growing concern about the impact of AI on jobs.
- Το «αυξανόμενη» (growing) ταιριάζει μαγνητικά με το «ανησυχία».