Διακόσμηση /ðjakoˈsimisi/ Noun

English
decoration
Português
decoração

Example

  • Η τούρτα ολοκληρώθηκε με μια απλή ζαχαρένια **διακόσμηση**.
  • The cake was finished with a simple sugar decoration.
  • Εδώ το 'διακόσμηση' είναι το τελικό αποτέλεσμα της πράξης.