Δικαιολόγηση /ðikɛoloyˈiʃi/ Noun
- English
- justification
- Português
- justificativa
Example
- Δεν υπάρχει καμία **δικαιολόγηση** (απολύτως καμία / καμία λογική / κανένα έρεισμα) για αυτές τις εξωφρενικές τιμές.
- There is no justification for such high prices.
- Εδώ η 'δικαιολόγηση' τονίζει την έλλειψη ηθικού ή λογικού ερείσματος.