Διοίκηση /mænɪdʒmənt/ Noun
- English
- management
- Português
- gestão
Example
- Έχει ταλέντο στη Διοίκηση έργων [Διοίκηση / Διαχείριση / Κυβέρνηση] — είναι σαν να χτίζει πύργους με LEGO.
- She has a talent for project management.
- Η 'Διοίκηση έργων' είναι ο στάνταρ όρος για το Project Management.