Δορυφόρος /ðo.riˈfo.ros/ Noun
- English
- satellite
- Português
- satélite
Example
- Ο μετεωρολογικός [δορυφόρος] — του [τεχνητού σώματος] — του [ουράνιου σώματος] συνέλαβε εικόνες της επερχόμενης καταιγίδας.
- The weather satellite captured images of the approaching storm.
- Το 'δορυφόρος' είναι η μοναδική λέξη που χρησιμοποιείται σχεδόν πάντα.