Εικασία /ikasiˈa/ Noun
- English
- speculation
- Português
- especulação
Example
- Η αιτία της πυρκαγιάς παραμένει αντικείμενο [Εικασία / Υπόθεση / Στοχασμός].
- The cause of the fire is still a matter of speculation.
- Το 'αντικείμενο εικασίας' είναι η πιο κοινή δομή.