ελπιδοφόρος /elpiðoˈforos/ Adjective
- English
- promising
- Português
- promissor(a)
Example
- Ψηφίστηκε ο πιο ελπιδοφόρος νέος ηθοποιός για τον ρόλο του στην ταινία. (Αναδείχθηκε / Φάνηκε / Έδειξε)
- He was voted the most promising new actor for his part in the movie.
- Εδώ τονίζουμε το ταλέντο που θα αποδώσει καρπούς.