Ελπίδα /elˈpiða/ Verb
- English
- hope
- Português
- esperança
Example
- Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε τώρα είναι να περιμένουμε και να [ελπίζουμε] — [Αγωνία] / [Υπομονή] / [Πίστη].
- All we can do now is wait and hope.
- Το 'ελπίζω' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.