εμπιστοσύνη /embiˈstosiˌni/ Noun

English
trust
Português
confiança / confiar

Example

  • Η συνεργασία μας βασίζεται στην αμοιβαία **εμπιστοσύνη**.
  • Our partnership is based on mutual trust.
  • Η λέξη 'εμπιστοσύνη' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.