Συναρπαστικό /sinarpiˈstiko/ Επίθετο
- English
- intriguing
- Português
- cativante
Example
- Αυτές οι ανακαλύψεις εγείρουν **ενδιαφέροντα** ερωτήματα για την καταγωγή μας. [Ενδιαφέροντα / Συναρπαστικά / Γοητευτικά] — της: Αυτές οι ανακαλύψεις εγείρουν ερωτήματα που σε τραβάνε.
- These discoveries raise intriguing questions about our origins.
- Εδώ το 'ενδιαφέροντα' είναι ουδέτερο, αλλά υποδηλώνει βάθος.