Εντυπωσιακός /e̞n.di.po.si.aˈko̞s/ Εντυπωσιακός
- English
- striking
- Português
- impactante
Example
- Το κτίριο έχει έναν **εντυπωσιακό** μοντέρνο σχεδιασμό. (Εντυπωσιακός / Αξιοσημείωτος / Φωτεινός) — Η αρχιτεκτονική του τράβηξε τα βλέμματα.
- The building has a striking modern design.
- Εδώ τονίζουμε την αισθητική υπεροχή.