Έγκαιρος /ˈeŋ.ɡe.ros/ Επίκαιρος

English
timely
Português
oportuno

Example

  • Η **έγκαιρη** (ΕΠΙΚΑΙΡΗ) παρέμβαση της αστυνομίας απέτρεψε ένα δυσάρεστο περιστατικό. [ΕΥΣΤΟΧΗ / ΣΧΕΤΙΚΗ / ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ]
  • A nasty incident was prevented by the timely arrival of the police.
  • Σε αυτό το πλαίσιο, 'έγκαιρη' (on time) είναι πιο συχνό, αλλά 'επίκαιρη' δίνει έμφαση στη σημασία της στιγμής.