επισκευάζω /epi.sceˈva.zo/ Verb
- English
- repair
- Português
- consertar
Example
- Ο τεχνικός θα [επισκευάσει] (διορθώνει / φτιάχνει) το σπασμένο καλώδιο.
- He repaired the leaking pipe.
- Εδώ χρησιμοποιείται το αόριστο για την μελλοντική, ολοκληρωμένη ενέργεια.