Επιθυμία /epiθiˈmia/ Ουσιαστικό

English
desire
Português
desejo

Example

  • Τώρα είχε αρκετά χρήματα για να ικανοποιήσει όλες του τις **επιθυμίες**.
  • He now had enough money to satisfy all his desires.
  • Η 'επιθυμία' εδώ είναι η γενική έννοια του 'want'.