αποδεκτό /a.po.ðekˈto/ Επιτρεπτός
- English
- acceptable
- Português
- aceitável
Example
- Τα παιδιά πρέπει να μαθαίνουν την κοινωνικά [Επιτρεπτή] συμπεριφορά.
- Children must learn socially acceptable behaviour.
- Εδώ τονίζεται η συμμόρφωση με τους κανόνες της κοινωνίας.