Επιβίωση /epiˈvi̯osi/ Noun

English
survival
Português
sobrevivência

Example

  • Η επιβίωση του είδους κινδυνεύει από την κλιματική αλλαγή.
  • The survival of the species is at risk.
  • Εδώ τονίζεται η μακροπρόθεσμη ύπαρξη.