επικείμενος /epiˈciːmenos/ Adjective
- English
- imminent
- Português
- iminente
Example
- Η **επερχόμενη** καταιγίδα (επικείμενη / εγγύς / προσεχής) ανάγκασε τους ψαράδες να επιστρέψουν στο λιμάνι.
- The imminent threat of invasion forced the city to evacuate.
- Εδώ τονίζεται η φυσική δύναμη και η αναπόφευκτη άφιξη.