ερευνητής /eɾevniˈtis/ Noun

English
researcher
Português
pesquisador(a)

Example

  • Οι Ευρωπαίοι [ερευνητές] (αναλυτές / μελετητές / επιστήμονες) λένε ότι το ελαιόλαδο μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη του καρκίνου.
  • European researchers say olive oil could help prevent cancer.
  • Εδώ τονίζεται η επιστημονική δράση.