εθνοτικός /eθnoˈt͡ʃikos/ Εθνικός
- English
- ethnic
- Português
- étnico/a
Example
- Το σχολείο προάγει τον σεβασμό για όλες τις εθνοτικές καταγωγές. (Σεβασμός / Παράδοση / Ρίζες)
- The school promotes respect for all ethnic backgrounds.
- Το 'εθνοτικός' τονίζει την πολιτισμική ταυτότητα.