Στέλεχος /ekˈsekyətiv/ AdjectiveEnglishexecutivePortuguêsexecutivo(a)ExampleΚατέχει μια [διοικητική] θέση στην εταιρεία.She holds an executive position in the firm.Το 'διοικητικός' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.