Λίγοι /ˈliʝi/ Adjective

English
few
Português
poucos

Example

  • Λάβαμε μερικές (λίγες) απαντήσεις στην πρόσκληση (χτίζοντας / δημιουργώντας / ιδρύοντας).
  • We've had a few replies to the invitation.
  • Το 'λίγες' εδώ είναι πιο φυσικό από το 'μερικές' όταν η έμφαση είναι στην έλλειψη.