σοβαρός /soˈva.ros/ Επίθετο

English
grave
Português
sério

Example

  • Η εταιρεία αντιμετωπίζει **βαρύτατη** οικονομική κρίση.
  • The company faces a grave financial crisis.
  • Το 'βαρύτατη' δίνει την αίσθηση του 'grave' καλύτερα από το απλό 'σοβαρή' εδώ.